(Λιγότερες ώρες στην τάξη και περισσότερες υποχρεώσεις. Γενικώς τρέχω και δε φτάνω. Κι ο άχαρος ρόλος του φωνακλά: παρατηρήσεις, μαλώματα, "αγριάδες", ποινές. Όπως είπε συνάδελφος: "Πολύ δυνατή φωνή... Έπρεπε να γίνεις υποδιευθυντής για να την ακούσουμε. Ίσως είναι καλύτερα που εσείς στο Λύκειο δε με βλέπετε πια... Μάλλον έγινα κακός. Και πού είμαι ακόμα. Τέλος πάντων, προσπαθώ. Χαρά, βέβαια, στα σχολικά, όταν μου κάνουν κύκλο τα "παλιά" μου παιδιά και αργούν να ανεβούν, γιατί πιάνουμε την κουβέντα.
"Αμάν κύριε! Τα λυκειάκια τα αγαπάτε! Σε μας όλο φωνάζετε!" δίκαιο, ίσως, παράπονο γυμνασιόπαιδου.
Το αποκορύφωμα, μου λένε στο Β1: "Κύριε, πιο ωραία ήταν η Οδύσσεια." Και απαντώ: "Αυτό θα μου το πείτε μετά το διάλογο Έκτορα-Ανδρομάχης". Και χάνομαι στις αναμνήσεις...
Νίκος Καρούζος
Η έναστρη φωτεινότητα
Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη
με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο
μ' εκείνα τ' ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια
στο μισοσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας
τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας
ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση-: πως είμαστε
καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού
μ' ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας
πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Άδη.
Πολύκρουνη η θύελλα σπάζει τα ματογυάλια της κι ο μέγας
τρόμος αδράχνει τα μελλούμενα
σχηματίζοντας αποστήματα στη μνήμη.
Κατάχαμα της ασίγαστης σιγής ένα κινούμενο κειμήλιο-σκουλήκι.
Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια.
Στον οπού πιάνει το τσαπί γίνεται τσάπισμα
στον οπού πίνει το νερό γίνεται πιόμα.
Έρχεται έαρ αειπάρθενο προφέροντας αρώματα
κρατεί μια κατάμαυρη λεπτότατη κλωστή
στα ύπαιθρα της νύχτας
το σημείο του γκιώνη που είν' άγνωστο πέρα...