Η συζήτηση "άνοιξε" σήμερα και για πρώτη φορά άρχισα να νιώθω πως θέλετε και μπορείτε το κάτι παραπάνω... Έτσι αποφάσισα να σας "μυήσω" και στο διαδικτυακό μου χώρο. Ελπίζω να αξίζει τον κόπο.
ΥΓ. Φυσικά ο λόγος για την Ιλιάδα...
Η προσωπικότητα της Ανδρομάχης στην Ιλιάδα του Ομήρου (Ζ)
Η μορφή της Ανδρομάχης, όπως σκιαγραφείται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, έχει διατηρηθεί στη δυτική λογοτεχνία ως πρότυπο συζυγικής πίστης και αφοσίωσης. Η ηρωίδα εμφανίζεται να εκπληρώνει σε υπέρτατο βαθμό έναν από τους κύριους ρόλους που η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα όφειλε να έχει. Στην περίφημη ομιλία της με τον Έκτορα (Ιλιάδα Ζ 390-499) διαπιστώνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά της συζύγου στην ιδεατή της μορφή (σε αντίθεση με τις γυναίκες του Σημωνίδη που απεικονίζονται σε καταφανή παραβίαση του συζυγικού τους ρόλου). Η μεγάλη αγάπη της προς τον Έκτορα την έχει αναγκάσει να εγκαταλείψει τον παραδοσιακό χώρο της γυναίκας - συζύγου, το εσωτερικό δηλ. του οίκου,[1] και να αναζητήσει πάνω στον μεγάλο πύργο της πόλης απαντήσεις για την τύχη των Τρώων και του Έκτορα στο πεδίο της μάχης (Ζ 386-387). Το ομηρικό χωρίο είναι αποκαλυπτικό της αγωνίας που παρακινεί την Ανδρομάχη σε αυτή την αναζήτηση: βιαστική έχει πάει στο τείχος,/ σαν τρελή... (Ζ 388-389, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Επιπλέον, γίνεται φανερό ότι ως υπόβαθρο της συζυγικής αγάπης της ηρωίδας βρίσκονται αισθήματα τρυφερότητας, που θαυμάσια απεικονίζονται από τον Όμηρο στην κίνηση της Ανδρομάχης, μόλις συναντά τον Έκτορα, να βάλει το χέρι της μέσα στο δικό του (Ζ 406) και δακρυσμένη να τον μαλώσει τρυφερά προσφωνώντας τον δαιμόνιε (Ζ 407)
Το συναισθηματικό βάρος που φέρει η ηρωίδα σε αυτή τη σκηνή δεν της αφαιρεί την ικανότητα να σκέφτεται και να εκφράζεται ορθολογικά, χαρακτηριστικά που ήταν επαινετέα ως στοιχεία μιας άξιας συζύγου. Η λεπτομερής αναφορά της οικογενειακής της κατάστασης, που σκιαγραφεί την απόλυτη ορφάνια της, καταδεικνύουν την εξάρτηση που έχει η Ανδρομάχη από τον Έκτορα (Ζ 410- 413: για μένα θα ήταν καλύτερο/ να με καταπιεί η γη, αν σε χάσω. Γιατί δεν θα έχω πια άλλη/ χαρά όταν εσύ θα έχεις χαθεί,/ παρά καημούς μονάχα. Κι’ ούτε έχω πατέρα και σεβάσμια μάνα, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Σε τέτοιο βαθμό επιστρατεύει τον ορθολογισμό της η Ανδρομάχη που τολμά να προτείνει στον Έκτορα ένα στρατηγικό σχέδιο για την απόκρουση των εχθρών (Ζ 433-439), πράξη που σαφώς καταδεικνύει την υπέρβαση του παραδοσιακού ρόλου μιας συζύγου!
Όταν η συνάντηση των δύο συζύγων φτάνει στο τέλος της ο Έκτορας «επαναφέρει» την Ανδρομάχη στο πλαίσιο που ο ρόλος της συζύγου απαιτεί. Τη στέλνει πίσω στο εσωτερικό του οίκου του και της υπενθυμίζει -τρυφερά μεν αλλά αποφασιστικά- τις ενασχολήσεις μιας γυναίκας μέσα στο σπίτι του άντρα της: επίβλεψη της δουλειάς των δούλων, αργαλειός και ρόκα για την ίδια˙ ο πόλεμος είναι δουλειά των ανδρών (Ζ 490-493).
Σχέσεις μεταξύ άνδρα – γυναίκας
Η μορφή της Ανδρομάχης, όπως σκιαγραφείται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, έχει διατηρηθεί στη δυτική λογοτεχνία ως πρότυπο συζυγικής πίστης και αφοσίωσης. Η ηρωίδα εμφανίζεται να εκπληρώνει σε υπέρτατο βαθμό έναν από τους κύριους ρόλους που η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα όφειλε να έχει. Στην περίφημη ομιλία της με τον Έκτορα (Ιλιάδα Ζ 390-499) διαπιστώνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά της συζύγου στην ιδεατή της μορφή (σε αντίθεση με τις γυναίκες του Σημωνίδη που απεικονίζονται σε καταφανή παραβίαση του συζυγικού τους ρόλου). Η μεγάλη αγάπη της προς τον Έκτορα την έχει αναγκάσει να εγκαταλείψει τον παραδοσιακό χώρο της γυναίκας - συζύγου, το εσωτερικό δηλ. του οίκου,[1] και να αναζητήσει πάνω στον μεγάλο πύργο της πόλης απαντήσεις για την τύχη των Τρώων και του Έκτορα στο πεδίο της μάχης (Ζ 386-387). Το ομηρικό χωρίο είναι αποκαλυπτικό της αγωνίας που παρακινεί την Ανδρομάχη σε αυτή την αναζήτηση: βιαστική έχει πάει στο τείχος,/ σαν τρελή... (Ζ 388-389, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Επιπλέον, γίνεται φανερό ότι ως υπόβαθρο της συζυγικής αγάπης της ηρωίδας βρίσκονται αισθήματα τρυφερότητας, που θαυμάσια απεικονίζονται από τον Όμηρο στην κίνηση της Ανδρομάχης, μόλις συναντά τον Έκτορα, να βάλει το χέρι της μέσα στο δικό του (Ζ 406) και δακρυσμένη να τον μαλώσει τρυφερά προσφωνώντας τον δαιμόνιε (Ζ 407)
Το συναισθηματικό βάρος που φέρει η ηρωίδα σε αυτή τη σκηνή δεν της αφαιρεί την ικανότητα να σκέφτεται και να εκφράζεται ορθολογικά, χαρακτηριστικά που ήταν επαινετέα ως στοιχεία μιας άξιας συζύγου. Η λεπτομερής αναφορά της οικογενειακής της κατάστασης, που σκιαγραφεί την απόλυτη ορφάνια της, καταδεικνύουν την εξάρτηση που έχει η Ανδρομάχη από τον Έκτορα (Ζ 410- 413: για μένα θα ήταν καλύτερο/ να με καταπιεί η γη, αν σε χάσω. Γιατί δεν θα έχω πια άλλη/ χαρά όταν εσύ θα έχεις χαθεί,/ παρά καημούς μονάχα. Κι’ ούτε έχω πατέρα και σεβάσμια μάνα, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Σε τέτοιο βαθμό επιστρατεύει τον ορθολογισμό της η Ανδρομάχη που τολμά να προτείνει στον Έκτορα ένα στρατηγικό σχέδιο για την απόκρουση των εχθρών (Ζ 433-439), πράξη που σαφώς καταδεικνύει την υπέρβαση του παραδοσιακού ρόλου μιας συζύγου!
Όταν η συνάντηση των δύο συζύγων φτάνει στο τέλος της ο Έκτορας «επαναφέρει» την Ανδρομάχη στο πλαίσιο που ο ρόλος της συζύγου απαιτεί. Τη στέλνει πίσω στο εσωτερικό του οίκου του και της υπενθυμίζει -τρυφερά μεν αλλά αποφασιστικά- τις ενασχολήσεις μιας γυναίκας μέσα στο σπίτι του άντρα της: επίβλεψη της δουλειάς των δούλων, αργαλειός και ρόκα για την ίδια˙ ο πόλεμος είναι δουλειά των ανδρών (Ζ 490-493).
Σχέσεις μεταξύ άνδρα – γυναίκας
Η ομιλία του Έκτορα και της Ανδρομάχης με την έντονη συναισθηματική της φόρτιση δεν είναι τυπικό δείγμα περιγραφής συζυγικών σχέσεων στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, όπως μάλιστα διαμορφώνονται αυτές οι σχέσεις αργότερα, κατά την κλασική περίοδο. Δεν είναι μόνον ο συναισθηματικός κόσμος της Ανδρομάχης που απεικονίζεται με έντονα χρώματα αγάπης και τρυφερότητας, αλλά και ο αυστηρός πολεμιστής Έκτορας –τρομαχτικός μέσα στην αστραφτερή πανοπλία του- διαπνέεται από ανησυχία, αγάπη και τρυφερότητα για τη γυναίκα του. Στο μυαλό και την καρδιά του σημαντικότερου υπερασπιστή της Τροίας (Ζ 403) μεγαλύτερη συμφορά είναι η πιθανή σκλαβιά της γυναίκας του από την υποδούλωση και τον αφανισμό της πατρικής του οικογένειας και των υπόλοιπων Τρώων (Ζ 450- 455). Αυτή βέβαια η πιθανότητα καταρρακώνει την αξία του Έκτορα ως πολεμιστή, θέτει σε αμφισβήτηση δηλαδή την ικανότητά του να ανταποκριθεί σε έναν από τους παραδοσιακούς ρόλους των ανδρών της αριστοκρατίας. Όμως η αγάπη του, η φροντίδα του και ο σεβασμός του προς την Ανδρομάχη υπερβαίνει τα όρια του παραδοσιακού του ρόλου τη στιγμή που με τρόπο εξαίσιο ο Όμηρος επιτρέπει να διαρραγεί το περίβλημα του σκληρού πολεμιστή και αφήνει να εκφραστούν τα μύχια αισθήματά του: κι’ ο άντρας της, που την είδε, τη σπλαχνίστηκε˙ τη χάιδεψε, της μίλησε και της είπε: «Μη μου χολοσκάνης, καλή μου (δαιμονίη)... (Ζ 484-486).
Είναι φανερό ότι ο Έκτορας και η Ανδρομάχη συνδέονται με αμοιβαία αισθήματα αγάπης, σεβασμού και τρυφερότητας που υπερβαίνουν τα όρια μιας τυπικής συζυγικής σχέσης.
Διαφορές έπους και λυρικής ποίησης ως προς την απεικόνιση της γυναίκας.
Οι συμβάσεις του γραμματειακού είδους της επικής ποίησης υπαγορεύουν την εξέταση θεμάτων απομακρυσμένων από τον ποιητή, τοπικά και χρονικά, θεμάτων που παραδοσιακά ανήκουν στο απώτερο ηρωικό παρελθόν των αρχαίων Ελλήνων.[2] Οι καταστάσεις και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται έχουν παραδειγματικό χαρακτήρα, όπως, άλλωστε, παραδειγματικά λειτούργησε και η επική ποίηση καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας. Οι ανθρώπινοι τύποι, λοιπόν, στο έπος είναι ιδεατοί και λειτουργούν ως πρότυπα, θετικά ή αρνητικά. Η Ανδρομάχη και η Πηνελόπη είναι οι ιδεατές σύζυγοι, η Κλυταιμνήστρα το παράδειγμα που πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί. Η περίπτωση της Πανδώρας διαφοροποιείται από τις ηρωίδες του έπους στο βαθμό που και η διδακτική ποίηση του Ησιόδου διαφέρει στους στόχους της από αυτήν του Ομήρου. Η Πανδώρα παρουσιάζει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάθε γυναίκα - σύζυγος στο φαντασιακό των αρχαίων Ελλήνων απαρέγκλιτα έχει: ομορφιά κόρης παρθενικής, επιδεξιότητα στα έργα της Αθηνάς, αλλά και σκυλίσιο φρόνημα και ήθος πανούργο (Έργα και Ημέρες, 63-64, 67).
Η κύρια διαφορά στην απεικόνιση της γυναίκας στο έπος από τη λυρική ποίηση έγκειται στη διαφοροποίηση των λογοτεχνικών ειδών: η λυρική ποίηση είναι πιο προσωπική εκφράζοντας τις ανησυχίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του εκάστοτε ποιητή.[3] Παρόλο που και η λυρική ποίηση, όπως και η επική, έχει δημόσιο χαρακτήρα (δηλ. τραγουδιέται σε δημόσιες γιορτές και συμπόσια),[4] αυτό που εκφράζεται κυρίως στο νέο λογοτεχνικό είδος είναι τα προσωπικά συναισθήματα των δημιουργών της (Σαπφώ, Μίμνερμος) ή μια προσωπική ερμηνεία στερεότυπων που ήταν διαδεδομένα στην αρχαιότητα (όπως λ.χ. η «φοραδίτσα» του Ανακρέοντα, και οι γυναικείοι τύποι του Σημωνίδη). Η λυρική ποίηση έχει την ελευθερία να μεταμορφώνει και να μεταπλάθει πρόσωπα και καταστάσεις που οι συμβάσεις της επικής ποίησης δεν το επιτρέπουν.
Η κύρια διαφορά στην απεικόνιση της γυναίκας στο έπος από τη λυρική ποίηση έγκειται στη διαφοροποίηση των λογοτεχνικών ειδών: η λυρική ποίηση είναι πιο προσωπική εκφράζοντας τις ανησυχίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα του εκάστοτε ποιητή.[3] Παρόλο που και η λυρική ποίηση, όπως και η επική, έχει δημόσιο χαρακτήρα (δηλ. τραγουδιέται σε δημόσιες γιορτές και συμπόσια),[4] αυτό που εκφράζεται κυρίως στο νέο λογοτεχνικό είδος είναι τα προσωπικά συναισθήματα των δημιουργών της (Σαπφώ, Μίμνερμος) ή μια προσωπική ερμηνεία στερεότυπων που ήταν διαδεδομένα στην αρχαιότητα (όπως λ.χ. η «φοραδίτσα» του Ανακρέοντα, και οι γυναικείοι τύποι του Σημωνίδη). Η λυρική ποίηση έχει την ελευθερία να μεταμορφώνει και να μεταπλάθει πρόσωπα και καταστάσεις που οι συμβάσεις της επικής ποίησης δεν το επιτρέπουν.
[1] W. Schadewalt, Από τον κόσμο και το έργο του Ομήρου, μτφρ. Φ. Κακριδής, τόμος Β, Αθήνα 1989, σελ. 24.
[2] Εγχειρίδιο του ΕΑΠ. Γράμματα Ι: Αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλολογία, τόμ. Α, Πάτρα 2001, σ. 91. Επίσης, Α. Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκη, Θεσσαλονίκη 1981 (5η έκδ.), σ. 105.
[3] Εγχειρίδιο του ΕΑΠ (ό.π.), σσ. 119-120. Επίσης, Ι. Ν. Καζάζης, Λυρική ποίηση. Ο αρχαϊκός λυρισμός ως μουσική παιδεία, τόμος Α, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 13.
[4] ό. π., σσ. 21-26.
[2] Εγχειρίδιο του ΕΑΠ. Γράμματα Ι: Αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλολογία, τόμ. Α, Πάτρα 2001, σ. 91. Επίσης, Α. Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκη, Θεσσαλονίκη 1981 (5η έκδ.), σ. 105.
[3] Εγχειρίδιο του ΕΑΠ (ό.π.), σσ. 119-120. Επίσης, Ι. Ν. Καζάζης, Λυρική ποίηση. Ο αρχαϊκός λυρισμός ως μουσική παιδεία, τόμος Α, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 13.
[4] ό. π., σσ. 21-26.
πηγή: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (http://www.eap.gr/)